Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2019



Εισαγωγή

Επιμέλεια Άρθρων

Κατάλογος Άρθρων
Εκλογές Ιούλιος 2019

Εκλογές Μάιος 2019

Εκλογές Σεπτέμβριος 2015

Εκλογές Ιανουάριος 2015

Εκλογές Μάιος 2014

Εκλογές Ιούνιος 2012

Εκλογές Μάιος 2012

Εκλογές 2010

Εκλογές 2009

Εκλογές 2007

Εκλογές 2006

Εκλογές 2004

Εκλογές 2002

Εκλογές 2000


Call for Articles

Στείλτε το άρθρο σας

Επικοινωνία

 

 

Ομάδα Παραγωγής
DIGITAL ELECTIONS VERSION

H πολιτική στο Διαδίκτυο

του Δημήτρη Ι. Καμάρα, δημοσιογράφου, 9/10/2002

Το Διαδίκτυο και η Κοινωνία της Πληροφορίας αφορούν πολλά περισσότερα από απλώς ψηφιακές υπηρεσίες καταναλωτικής εκτόνωσης και διεθνοποίησης της επιχειρηματικής δράσης. Η δυναμική χρήση του Κυβενροχώρου το καθιστά αποτελεσματική πλατφόρμα πολιτικού διαλόγου και ενδυνάμωσης της «Κοινωνίας των Πολιτών».

Στις βουλευτικές εκλογές του 2000 για πρώτη φορά στη χώρα μας αναδείχθηκε η χρησιμότητα του Διαδικτύου ως χώρου διατύπωσης και ανταλλαγής απόψεων ειδικών, ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων, καθώς και ως πλατφόρμας προώθησης της επικοινωνιακής πολιτικής των υποψήφιων πολιτικών. Στην τότε προεκλογική περίοδο, μικρές ομάδες προχώρησαν στη δημιουργία διαδικτυακών τόπων, άλλοτε για λόγους ψηφιακής ιδεολογίας, άλλοτε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή ακόμη και καθαρά κερδοσκοπικούς. Την εποχή εκείνη, η «μόδα» απαιτούσε κάθε «καθωσπρέπει» υποψήφιος βουλευτής να διαθέτει διαδικτυακό τόπο, έστω με λιγοστό περιεχόμενο. Η τακτική αυτή, προϊόν της απουσίας στρατηγικής γνώσης αξιοποίησης του νέου Μέσου, είχε ως αποτέλεσμα οι διαδικτυακοί τόποι να λειτουργήσουν για τα πολιτικά πρόσωπα, ως μία ακόμη «βιτρίνα» της ύπαρξής τους, ως ένα εικονικό εκλογικό κέντρο, χαμηλού σχετικά κόστους κατασκευής και συντήρησης.

Η στρατηγική «βιτρίνας», που υιοθετήθηκε από τα πολιτικά κόμματα στο Διαδίκτυο, πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη και στον χώρο των επιχειρήσεων είναι, φυσικά, αμφίβολης αποτελεσματικότητας τόσο για τα ίδια τα κόμματα, όσο και για τους πολίτες, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες προηγμένης ψηφιακής επικοινωνίας, παραμένοντας και τεχνικά απλοί θεατές της προεκλογικής συζήτησης.

Γενικά το Διαδίκτυο προσφέρει μοναδική ευκαιρία στους ψηφοφόρους να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, να επιβραβεύσουν ή να αντικρούσουν την πολιτική σκέψη των ιθυνόντων. Η πολυσυζητημένη έννοια της «Κοινωνίας των Πολιτών» απαιτεί οργανωμένο και γόνιμο διάλογο που να διεισδύει στην πηγή των κοινωνικών προβλημάτων και να αναδεικνύει την ατομική άποψη εις βάρος της κομματικής γραμμής. Ως εκ τούτου, οι εκάστοτε Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές αποτελούν, τουλάχιστον θεωρητικά, μία πολύ καλή ευκαιρία ουσιαστικής ανάδειξης κρίσιμων πολιτικών συζητήσεων, καθώς και άμβλυνσης της κομματικής διάστασης που προσδίδεται στην εκάστοτε αναμέτρηση σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η χρήση του ψηφιακού διαλόγου και η αξιοποίηση της κοινωνικής διάστασης του Νέου Μέσου δύναται να αναδείξει τις απόψεις των τοπικών κοινωνιών σε κρίσιμα προβλήματα τοπικού χαρακτήρα, να προωθήσει την κριτική και τον διάλογο και εντέλει να προκαλέσει την εγρήγορση των πολιτικών αρχόντων.

Παρόλο που σε όρους νέας οικονομίας, η περίοδος που μεσολάβησε από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές έως σήμερα είναι ιδιαίτερα μεγάλη, η συγκυριακή επιβράδυνση της ανάπτυξης της ψηφιακής οικονομίας διεθνώς, η πτώση του ρυθμού απορρόφησης των επιτευγμάτων της ψηφιακής επανάστασης, καθώς και η δυστοκία των Ελληνικού Κράτους να καταστρώσει στρατηγικά σχέδια, που θα ωθούσαν τη δημιουργία εγχώριας ψηφιακής υποδομής, έχουν οδηγήσει το ψηφιακό περιβάλλον σε αποτελμάτωση. Ως εκ τούτου, η ψηφιακή συνείδηση του Έλληνα πολίτη είναι σχεδόν ανύπαρκτη, περιοριζόμενη στη διερεύνηση των ψηφιακών gadgets.

Έστω και προσωρινά, στο υπό διαμόρφωση ψηφιακό τοπίο, η έμφαση στην ψηφιοποίηση της καταναλωτικής συμπεριφοράς ως στρατηγική επιλογή έχει αποτύχει. Το πρώτο κύμα των ψηφιακών εγχειρημάτων επιδόθηκε κυρίως σε επενδύσεις καταναλωτικού χαρακτήρα και σπανιότερα σε δράσεις ενίσχυσης της ψηφιακής κουλτούρας των πολιτών. Η έλλειψη ψηφιακού πολιτικού διαλόγου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτυχίας του e-Government. Επομένως, στην ανάλυση των ισχνών ψηφιακών πολιτικών δρώμενων στη δημόσια σφαίρα, η αδυναμία της «Ηλεκτρονικής Πολιτείας» να προσφέρει ψηφιακές υπηρεσίες κοινής ωφελείας στα πλαίσια μιας ολιστικής πολιτικής αντιμετώπισης της κοινωνικής ψηφιακής προόδου κατέχει πρωτεύουσα θέση.

Κατά πόσο όμως οι πολιτικοί-εκλογικοί διαδικτυακοί τόποι διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στο εγχώριο πολιτικό γίγνεσθαι; Αν και η εμπεριστατωμένη απάντηση αποτελεί θέμα διδακτορικής διατριβής, ορισμένα εθνικά χαρακτηριστικά, όπως η νεοελληνική παθητικότητα της «Κοινωνίας των Πολιτών», η ασθενική κοινωνική αντίδραση σε άλλα θέματα εκτός εκείνων που «αγκαλιάζονται» και «ποδηγετούνται» από τα εκάστοτε κέντρα εξουσίας, καθώς και η έλλειψη ψηφιακής κουλτούρας, ίσως και να οδηγούν σε αυτονόητα συμπεράσματα που δεν απέχουν πολύ από την ακριβή περιγραφή της πραγματικότητας. Βέβαιον είναι ότι η αξιολόγηση της απήχησής τους στους ψηφοφόρους-χρήστες του Διαδικτύου αποτελεί έργο σύνθετο για σειρά λόγων, οι οποίοι επιγραμματικά είναι οι εξής: πρώτον, η απουσία κεντρικού μηχανισμού μέτρησης της επισκεψιμότητας, δεύτερον, η στρέβλωση που προκαλεί στην ουσιαστική απήχησή τους η προεξόφληση της δημοτικότητάς τους μόνο και μόνο λόγω της επικαιρότητας της προεκλογικής περιόδου, τρίτον, αυτός καθεαυτός ο μικρός κύκλος ζωής τους που στην πλειονότητα των περιπτώσεων διαρκεί όσο και η προεκλογική περίοδος, τέταρτον, η αδύναμη στρατηγική τους στον τομέα ανάπτυξης επιμέρους ψηφιακών περιοχών δημόσιας χρήσης στα οποία οι χρήστες θα μπορούν να διατυπώνουν τις απόψεις τους για την πολιτική και τους υποψηφίους τόσο σε εθνικό, όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Σήμερα δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί η δύναμη του ψηφιακού πολίτη του 21ου αιώνα, ο οποίος - κατά τα φαινόμενα - θα βιώσει συνθήκες αυξημένης φυσικής και ψηφιακής ασφάλειας, ή τουλάχιστον μία θεωρητική επίφασή τους, όπως επιτάσσουν οι τρέχουσες πολιτικές εξαγγελίες τοπικής, αλλά και διεθνούς εμβέλειας. Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση του πολίτη, αλλά και των μη-κυβερνητικών οργανώσεων κοινωνικού διαλόγου, είναι να διατυπώνει διαρκώς και δημόσια την άποψή του, ξεφεύγοντας από την κατεστημένη κυκλικότητα των εκλογικών αναμετρήσεων. Η δύναμη του πολιτικού ψηφιακού διαλόγου και η δυνατότητα άμεσης διάχυσης απόψεων και κριτικής προς τους φορείς εξουσίας στο παγκόσμιο περιβάλλον του κυβερνοχώρου συμβάλλει στη μερική αδρανοποίηση της μεταβίβασης της ευθύνης του πολίτη προς τους πολιτικούς, που πραγματοποιείται με τη ρίψη της ψήφου στην εκλογική κάλπη. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ενημερωμένοι και ενεργοί πολίτες αποτελούν το ζητούμενο. Ο παγκόσμιος ιστός είναι απλώς η πλατφόρμα που καθιστά τον διάλογο εφικτό.