Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018



Εισαγωγή

Επιμέλεια Άρθρων

Κατάλογος Άρθρων
Εκλογές Σεπτέμβριος 2015

Εκλογές Ιανουάριος 2015

Εκλογές Μάιος 2014

Εκλογές Ιούνιος 2012

Εκλογές Μάιος 2012

Εκλογές 2010

Εκλογές 2009

Εκλογές 2007

Εκλογές 2006

Εκλογές 2004

Εκλογές 2002

Εκλογές 2000


Call for Articles

Στείλτε το άρθρο σας

Επικοινωνία

 

 

Ομάδα Παραγωγής
DIGITAL ELECTIONS VERSION

ΜΜΕ και πολιτικοί(ή)

του ΝΙΚΟΥ ΔΕΜΕΡΤΖΗ, Αναπλ. Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, 27/3/00

Λόγω, αλλά και μέσω, της τηλεόρασης έχει πλέον αλλάξει ανεπιστρεπτί ο χαρακτήρας των προεκλογικών εκστρατειών, στις οποίες διακυβεύονται περισσότερο πρόσωπα και εικόνες παρά συγκεκριμένα θέματα και κοινωνικά προβλήματα.

Εδώ και πολλά χρόνια ένας διάσημος Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, ο Harold Lasswell, διετύπωσε την άποψη ότι τα μέσα ενημέρωσης επιτελούν τρεις κύριες πολιτικές λειτουργίες: α) Επιτηρούν το εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον με το να αναφέρουν γεγονότα και να ρίχνουν το φως της δημοσιότητας σε ορισμένα κάθε φορά θέματα, β) Ερμηνεύουν το νόημα των γεγονότων, άλλοτε χαρακτηρίζοντάς τα με κατάλληλες λέξεις, και άλλοτε με το να προβάλλουν τις αιτίες που τα γέννησαν και γ) Κοινωνικοποιούν τα άτομα, προπάντων δε τους νέους, μαθαίνοντάς τους τις θεμελιώδεις αξίες και κανόνες της πολιτικής κουλτούρας εντός της οποίας ζουν.

Αν στις λειτουργίες αυτές προσθέσουμε το ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου εξαρτούν την πληροφόρησή τους από τα μέσα ενημέρωσης, καθίσταται παραπάνω από σαφής ο καίριος ρόλος τους στην οργάνωση και την τελεστικότητα του πολιτικού και κομματικού συστήματος. Η σημασία τους όμως παραλλάσσει ανάλογα με: 1) τα χαρακτηριστικά του κάθε μέσου, 2) τον όγκο και την ποιότητα της πολιτικής πληροφορίας που δύναται να φέρει, 3) το μέγεθος του κοινού στο οποίο απευθύνεται, και 4) την ιδιαίτερη εκ μέρους του κοινού χρήση και πρόσληψη των πολιτικών τους μηνυμάτων.

Μολονότι οι θεωρητικοί της πολιτικής επικοινωνίας και οι πολιτικοί επιστήμονες παραδέχονται ότι τα Μέσα ασκούν τις παραπάνω λειτουργίες, διαφωνούν ως προς την ακριβή επίδραση που ασκούν στο εκλογικό σώμα και τους πολίτες, γενικότερα. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν διαδεδομένη η άποψη ότι τα Μέσα ασκούν περιορισμένες επιδράσεις στο κοινό. Ειδικότερα, οι επιστήμονες της εποχής εκείνης διαπίστωσαν ότι τα Μέσα πολύ δύσκολα μεταστρέφουν τις πολιτικές απόψεις του κοινού. Εκείνο που συνήθως κάνουν είναι να επιβεβαιώνουν, να ενισχύουν και να βοηθούν στην αποκρυστάλλωση απόψεων που το κοινό ήδη έχει διαμορφώσει υπό την επήρεια άλλων παραγόντων, όπως π.χ. η διαπροσωπική επικοινωνία, η ταξική θέση, η θρησκεία κ.λπ.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, όμως, οι απόψεις των περισσότερων επιστημόνων για τις επιδράσεις των Μέσων στο κοινό άλλαξαν. Έτσι, άρχισε να γίνεται λόγος για ισχυρές επιδράσεις, υπό την έννοια ότι τα Μέσα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο της δημοσιότητας (agenda-setting), διαμορφώνουν την αντίληψη του γενικού κοινού για την πολιτική, και επηρεάζουν συμπεριφορά των πολιτικών ελίτ και των ομάδων πίεσης πάνω σε συγκεκριμένα θέματα.

Στις μέρες μας ολοένα και περισσότερο γίνεται λόγος για την “αμερικανοποίηση” (ή τον “εξαμερικανισμό”) της πολιτικής, υπό την έννοια ότι για το σχηματισμό πολιτικής γνώμης, την επιλογή ψήφου και την διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς, μαζί με τις εταιρείες δημοσκοπήσεων και τους συμβούλους πολιτικής επικοινωνίας, τα ΜΜΕ, με προεξάρχουσα την τηλεόραση, διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο. Αυτό συμβαίνει στο βαθμό που: α) αμβλύνονται οι παραδοσιακές συνταυτίσεις των πολιτών με τα κόμματα, β) χαλαρώνει η ταξική ψήφος και πολλαπλασιάζονται οι “διασταυρούμενες πιέσεις” που δέχονται οι εκλογείς από τις εξελίξεις στην κοινωνία και την οικονομία, γ) αυξάνεται η εκλογική αποχή αλλά και η κυμαινόμενη ψήφος, δ) τα κόμματα συγκλίνουν προς το κέντρο και επιτείνουν την “πολλυσυλεκτικότητά” τους.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, τα ΜΜΕ καλύπτουν κενά που δημιουργούνται στην επικοινωνία των πολιτικών με το εκλογικό σώμα, τους οπαδούς και τους συναδέλφους τους. Λόγω, αλλά και μέσω, της τηλεόρασης έχει πλέον αλλάξει ανεπιστρεπτί ο χαρακτήρας των προεκλογικών εκστρατειών, στις οποίες διακυβεύονται περισσότερο πρόσωπα και εικόνες παρά συγκεκριμένα θέματα και κοινωνικά προβλήματα. Η πολιτική διαφήμιση, θετική και αρνητική, παίζει ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στην προεκλογική επικοινωνία των κομμάτων με τους ψηφοφόρους τους, ενώ την ίδια στιγμή οι δημοσκοπήσεις, εκτός από το να συνδιαμορφώνουν την ημερήσια θεματολογία της δημόσιας σφαίρας, καθίστανται επίδικο αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Επιπλέον, η τηλεόραση έδωσε τη δυνατότητα σε ορισμένους τηλεγενείς πολιτικούς να παρακάμψουν τους καθιερωμένους εσωκομματικούς διαύλους επικοινωνίας και να αυξήσουν κατακόρυφα την ορατότητά τους. Φυσικά, ο μετασχηματισμός της (διαμεσολαβημένης) ορατότητας επιφέρει εντάσεις και ενέχει διακινδυνεύσεις που προέρχονται από την υπερβολική έκθεση. Δημοσιοποιημένες γκάφες, προβαλλόμενα λάθη και διαρροές στον τύπο είναι το κόστος που πληρώνουν πολλοί πολιτικοί σήμερα. Υπό τις συνθήκες αυτές η σχέση μεταξύ πολιτικών και ΜΜΕ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σχέση ανταγωνιστικής συμβίωσης. Τόσο οι μεν όσο και τα δε προσπαθούν να ελέγξουν τη ροή και το περιεχόμενο των ειδήσεων για ίδιον όφελος: οι πολιτικοί για να αυξήσουν την ορατότητά τους, τα ΜΜΕ για να αυξήσουν τα διαφημιστικά τους έσοδα. Όχι σπάνια, τα συμφέροντα των δύο πλευρών συγκρούονται, παρά το γεγονός ότι αλληλοεξαρτώνται. Συχνά οι πολιτικοί παραπονούνται για τον αρνητισμό και το ενημερω-διασκεδαστικό στυλ των ειδήσεων, όταν επίσης συχνά οι άνθρωποι των Μέσων μιλούν για “παρεμβάσεις των πολιτικών στην αίθουσα σύνταξης” και για καλλιέργεια ψευδογεγονότων.

Μέσα στο κλίμα αυτό, εδώ και πολλά χρόνια έχουν διατυπωθεί αρκετά και αντικρουόμενα επιχειρήματα για τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επίδραση της τηλεόρασης στην πολιτική. Ο διάλογος που έχει αναπτυχθεί θα μπορούσε σχηματικά να συνοψισθεί σε δύο στρατόπεδα. Από την μια πλευρά, λοιπόν, διατυπώνεται η άποψη ότι η τηλεόραση βλάπτει την ποιότητα της δημοκρατίας και της πολιτικής σκέψης διότι:

  • Παρόλο που ευφημιστικώς παρουσιάζεται ως το πλέον “δημοκρατικό” μέσο, η οριζόντια, κάθετη και διαγώνια συγκέντρωση ιδιοκτησίας στο χώρο των μέσων ενημέρωσης οδηγεί σε μια διασύνδεση ετερόκλητων αλλά οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων και κέντρων οικονομικής, πολιτικής και συμβολικής εξουσίας, ενώπιον των οποίων ο μέσος πολίτης αλλά και το δημόσιο συμφέρον υποχωρούν.
  • Τόσο η “γραμματική” του μέσου όσο και το εμπορευματικό πλαίσιο λειτουργίας του (διαφήμιση, μέτρηση τηλεθέασης, ομοιομορφία προγραμμάτων, “fast thinking”, κ.λπ.) μετατρέπουν την πολιτική αντιπαράθεση σε αγώνα δρόμου ανάμεσα σε πρόσωπα, ή μάλλον σε προσωπεία. Ο παρεπόμενος συνδυασμός προσωποποίησης και δραματοποίησης επιφέρει ευτελισμό της πολιτικής στη συνείδηση των τηλεθεατών-πολιτών καθώς και αύξηση της πολιτικής δυσαρέσκειας. Αυτό με τη σειρά του θεωρείται ότι οδηγεί σε μια προϊούσα απεμπλοκή των πολιτών από τα δίκτυα της κοινωνίας πολιτών, με αποτέλεσμα να μειώνεται συνολικά το “κοινωνικό κεφάλαιο”, η εμπιστοσύνη, δηλαδή, στον άλλο, στο πολιτικό σύστημα και τους φορείς του.
  • Η τηλεοπτικοποίηση της πολιτικής συνεπάγεται αυτομάτως μιαν ορισμένη αληθοφάνεια των όσων προβάλλονται. Με την επικράτηση της τηλεόρασης τείνει να αποδίδεται υπόσταση μόνο σε πολιτικά συμβάντα που μπορούν να μεταδοθούν και να εξεικονισθούν. “Χωρίς εικόνα δεν υπάρχει πραγματικότητα”. Ο ρεαλισμός των αισθήσεων (όραση και ακοή), ο οποίος προκαλείται από την τηλεόραση, μετατρέπει τους πολίτες σε θεατές της πολιτικής και υποκαθιστά την κριτική σκέψη και τοποθέτηση απέναντι στα προβλήματα, καθώς αυτοί ολοένα και λιγότερο αποκτούν πολιτικές εμπειρίες από πρώτο χέρι.
  • Από την άλλη πλευρά, αντιθέτως, υποστηρίζεται ότι η τηλεόραση συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος και των θεσμών της δημοκρατίας διότι:
  • Συμβάλλει σε μια πρωτοφανή διάχυση πληροφοριών για τις δημόσιες υποθέσεις σε ευρέα λαϊκά στρώματα τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα παρέμεναν ανενημέρωτα. Η οπτικοακουστική γραμματική του μέσου το καθιστά ευχερές όχημα για τη μεταβίβαση πολιτικών πληροφοριών σε τμήματα του πληθυσμού με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, επιτρέποντάς τους έτσι να ενημερώνονται και να συμμετέχουν, εμμέσως έστω, στα κοινά.
  • Παρά την εμπορευματοποίηση της ενημέρωσης, στις περισσότερες δημοκρατικές κοινωνίες η τηλεόραση συνεισφέρει στον έλεγχο των πολιτικών και των κυβερνητικών αξιωματούχων και στην αποκάλυψη σκανδάλων σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από όσο στο παρελθόν, όταν η εφημερίδα ήταν το δεσπόζον μέσο δημόσιας επικοινωνίας. Από την άποψη αυτή, θεωρείται ότι η τηλεόραση συμβάλλει στην διεύρυνση της δημοσιότητας και της λαϊκής κυριαρχίας.
  • Η διεθνοποίηση της τηλεόρασης, με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών δορυφορικής μετάδοσης, καθώς και ο παρεπόμενος πολλαπλασιασμός των καναλιών (συνδομητικά, θεματικά, ψηφιακά κ.λπ.) επιτρέπει στο κοινό να ενημερώνεται από πολλές ταυτοχρόνως πηγές, παρακάμπτοντας τα εθνικά κρατικά και ιδιωτικά δίκτυα. Με αυτόν τον τρόπο η τηλεόραση θεωρείται ότι συμβάλλει στο δημόσιο έλεγχο και στην πολυφωνία, διατηρώντας το ρόλο του “θεματοφύλακα” του δημόσιου συμφέροντος.
  • Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έχουν “υπερ-διαφοροποιηθεί” οι πρακτικές της πολιτικής επικοινωνίας στην Ευρώπη, καθόσον, εκτός από την απορύθμιση, οι εφαρμογές των νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών (καλωδιακή και ψηφιακή τηλεόραση, θεματικά κανάλια, Διαδίκτυο κ.λπ.) έχουν επιφέρει πρωτοφανείς αλλαγές στη δημοσιογραφία και στη σχέση των πολιτικών με τα μέσα ενημέρωσης. Εντελώς περιληπτικά, οι αλλαγές αυτές μπορούν να συνοψισθούν στα τέσσερα παρακάτω αλληλένδετα σημεία:   
  • Σχεδόν πλήρης επαγγελματοποίηση της πολιτικής δημοσιότητας: Απόρροια της αμερικανοποίησης, η “διαχείριση των εντυπώσεων” περνά πλέον στα χέρια επαγγελματιών του πολιτικού μάρκετινγκ έτσι, ώστε όχι μόνο να σχεδιάζεται εκ των προτέρων κάθε δημόσια ενέργεια, αλλά και να διαπλέκεται κατάλληλα ο ιδιωτικός και ο δημόσιος βίος του πολιτικού στην καλλιέργεια και την προβολή της εικόνας του. Κυρίως όμως, η επαγγελματοποίηση της πολιτικής επικοινωνίας σημαίνει ότι τα κυβερνητικά και κομματικά επιτελεία λειτουργούν ως εάν να βρίσκονται μονίμως σε προεκλογική περίοδο με το να επιχειρούν διαρκώς να επιβάλλουν τα δικά τους θέματα στη δημόσια  θεματολογία και στη θεματολογία των μέσων ενημέρωσης.
  • Προϊούσα περιθωριοποίηση της πολιτικής ειδησεογραφίας: Με τον πολλαπλασιασμό των πηγών ενημέρωσης και διασκέδασης και την ολοσχερή σχεδόν επικράτηση της λογικής της αγοράς στο επικοινωνιακό πεδίο, οι πολιτικές ειδήσεις και οι δημοσιογράφοι του πολιτικού ρεπορτάζ αντιμετωπίζουν ολοένα και εντονότερες πιέσεις. Ο ανταγωνισμός των μέσων επικοινωνίας για την κατοχύρωση του μεγαλύτερου δυνατού μεριδίου τηλεθέασης και οι πιέσεις που ασκούν σε αυτά οι διαφημιστικές εταιρείες έχουν ως αποτέλεσμα οι ειδήσεις να χάνουν σημαντικό μέρος της αίγλης και της σοβαρότητάς τους και να αφομοιώνονται σημειολογικά στο υπόλοιπο ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Κατά συνέπεια, ευνοείται η “αποκαλυπτική” σε βάρος της “διερευνητικής” πολιτικής δημοσιογραφίας, γεγονός που συχνά επιφέρει την κόπωση του κοινού και την αναξιοπιστία των μέσων στη συνείδηση του μέσου πολίτη.
  • Κεντρόφυγη διαφοροποίηση: Πριν από τη δεκαετία του ’80 στις περισσότερες δυτικές χώρες η πολιτική επικοινωνία είχε μια κεντρομόλο τάση. Σχετικά λίγα, δηλαδή, μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά, ιδιωτικά ή δημόσια, ήταν  υπεύθυνα για την πολιτική ενημέρωση του μαζικού κοινού. Από το ’80 και μετά, με την ψηφιοποίηση των επικοινωνιών, την εμφάνιση του Διαδικτύου και τη γενικότερη απομαζικοποίηση των μέσων ενημέρωσης πολλαπλασιάσθηκαν απότομα τα μέσα της πολιτικής επικοινωνίας, ιδιαίτερα μάλιστα στις πλέον εξελιγμένες από πολυπολιτισμική άποψη κοινωνίες (μεταξύ των οποίων θα πρέπει πλέον να συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα).Αρκετές πολιτικές ομάδες καθώς και φορείς της “νέας πολιτικής” διαθέτουν πλέον δικά τους μέσα επικοινωνίας ή βρίσκουν εύκολη πρόσβαση στα υπάρχοντα, όπως βεβαίως και στο Διαδίκτυο.
  • Μεταβολές στην τριμερή σχέση πολιτικών-Μέσων-κοινού: Με τη διάδοση του Διαδικτύου δίδεται η δυνατότητα στους πολιτικούς και τα μικρά κόμματα να έλθουν σε επικοινωνία με τους ψηφοφόρους, δίχως την παρέμβαση των μέσων ενημέρωσης και το φιλτράρισμα των δημοσιογράφων. Μέσω των ιστοσελίδων δίδεται, βεβαίως, και η ευκαιρία στο κοινό να διοχετεύσει απ’ ευθείας και ελεύθερα κριτικές και αρνητικά σχόλια για την κυβέρνηση, τους υποψηφίους και τα κόμματα. Άρα, η παράκαμψη των παραδοσιακών Μέσων δεν απαλλάσσει τους πολιτικούς από ένα μόνιμο βάρος: τον ανταγωνισμό τους με τους δημοσιογράφους. Τους επιφορτίζει με το βάρος και το διφορούμενο της διαδραστικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την πολιτική επικοινωνία στο Διαδίκτυο.

To βέβαιο είναι ότι με το πέρασμα του χρόνου και τη βελτίωση της τεχνολογικής υποδομής, οι διαδικασίες της πολιτικής επικοινωνίας θα γίνονται πιο σύνθετες και η σχέση ανταγωνιστικής συμβίωσης μεταξύ των πολιτικών και των μέσων ενημέρωσης θα επιτείνεται.